Αχ ο παλιός!
Αυτό το υβρίδιο συνήθειας και αλαζονείας. Τόσο ξεχωριστός, μπαίνει σε μια αίθουσα και ευθύς αμέσως νομίζει ότι όλα του ανήκουν, ότι δεν έχει κάτι καινούργιο να δει ή να κατακτήσει, όλα του φαίνονται γνώριμα. Ξέρει τι παίζει, γνωρίζει απέξω και ανακατωτά τις αποκοτιές και τις παγίδες, αποφεύγει με ελιτισμό τις γραφειοκρατίες, κατέχει περάσματα που του κόβουν δρόμο και κόπο ή αν δεν τα κατέχει τα εφευρίσκει επί τόπου, εκμεταλλεύεται τη νομιμοποίηση που του δίνει η αύρα του παλιού. Πάνω απ' όλα όμως, αυτό το τόσο σιχαμερό κατάντημα, ο παλιός, κοιτάζει μετά βδελυγμίας τους καινούργιους, τους ψάρακλες, τα στραβάδια, τους φλώρους, αυτός, η αυτού μεγαλειότης η παλιοσειρά. Ποιος θα τολμήσει άλλωστε να του πει κάτι; Ποιος φρέσκος θα τολμήσει να σηκώσει το ανάστημα του και να τον αντιμετωπίσει; Ακόμα και χαραχτήρες δυναμικοί, τις πρώτες μέρες κωλύονται, είναι διαλλακτικοί, θέλουν όσο γίνεται να τα έχουν καλά με όλους, όχι τόσο για λόγους σεβασμού, απλά είναι άπειροι και δεν είναι δυνατόν να ξέρουν εκ προοιμίου τις επιπτώσεις της κάθε πράξης τους, επομένως προσέχουν. Επομένως σιωπούν, σιωπούν ειδικά μπροστά σε όσους περπατούν και το κεφάλι τους κοιτάζει μπροστά στο κενό, ευθεία και ελαφρώς ανυψωμένα, με βαρυσημαντοσύνη, σταθερά και απαρέγκλιτα, με σπουδαιοφάνεια, αυτοί δεν χαραμίζουν ματιές δεξιά και αριστερά, δεν κοιτάζουν σαν χαμένοι το περιβάλλον τους, δεν κοιτάζουν κανέναν γιατί δεν χρειάζεται να κοιτάξουν κανέναν.
Αχ οι παλιοί!
Ψάρια έξω απ' τη γυάλα τους ένα χρόνο πριν, κολυμπάνε σε γνώριμα νερά φέτος. Γλύφτες και yes men τότε, αρχηγοί και πρωτεργάτες μόλις λίγη σκόνη του χρόνου καθίσει πάνω στις βάτες τους. Δεν θα διστάσουν και θα κοροϊδέψουν όποιον δείχνει λίγο πιο αφελής, λίγο πιο αδαής και λίγο πιο σπυριάρης. Και αν δεν κοροϊδέψουν εμφανώς την άξια αυτή λοιδωρίας νομοταξία φοιτητών, τότε θα το κάνουν με έμμεσες ματιές, αχ αυτές οι ματιές, σε σταυρώνουν, είχα λάβει ουκ ολίγες ως πρωτοετής, σου πυρώνουν την καρδιά. Σιγά μην τους δώσουν διάλειμμα (sic). Σιγά μην τους δώσουν ευκαιρία να εγκλιματισθούν. Σιγά μην τους πιάσουν απ' το χεράκι για να τους βοηθήσουν να προσαρμοστούν. "Δεν είμαστε πρόσκοποι εδώ πέρα. Κι εμείς μόνοι μας τα καταφέραμε άλλωστε". Ηλίθιε ξεχνάς γρήγορα, κι εσύ κάποιον να σου δώσει λίγη σημασία έψαχνες τότε, για μια ζεστή ματιά παρακάλαγες. Προσευχόσουν να μη μείνεις απαρατήρητος μέσα σ' όλη την οχλαγωγία, ήλπιζες να γίνεις κάποιος. Και συγχαρητήρια έγινες τελικά κάποιος. Ένας ανώνυμος και αδιάφορος παλιός, άκαρδος που μόνο καλά γνωρίζει να ρίχνει τοξικές ματιές και να λέει φλώρους τους πρωτοετείς, ένα υποκείμενο τεράστιων μειονοτικών συμπλεγμάτων, ένας κρίκος στην αέναη αλυσίδα της απροσαρμοστικότητας και των κακών κοινωνικών σχέσεων κάθε είδους μέσα στα πανεπιστήμια.
Αυτό το υβρίδιο συνήθειας και αλαζονείας. Τόσο ξεχωριστός, μπαίνει σε μια αίθουσα και ευθύς αμέσως νομίζει ότι όλα του ανήκουν, ότι δεν έχει κάτι καινούργιο να δει ή να κατακτήσει, όλα του φαίνονται γνώριμα. Ξέρει τι παίζει, γνωρίζει απέξω και ανακατωτά τις αποκοτιές και τις παγίδες, αποφεύγει με ελιτισμό τις γραφειοκρατίες, κατέχει περάσματα που του κόβουν δρόμο και κόπο ή αν δεν τα κατέχει τα εφευρίσκει επί τόπου, εκμεταλλεύεται τη νομιμοποίηση που του δίνει η αύρα του παλιού. Πάνω απ' όλα όμως, αυτό το τόσο σιχαμερό κατάντημα, ο παλιός, κοιτάζει μετά βδελυγμίας τους καινούργιους, τους ψάρακλες, τα στραβάδια, τους φλώρους, αυτός, η αυτού μεγαλειότης η παλιοσειρά. Ποιος θα τολμήσει άλλωστε να του πει κάτι; Ποιος φρέσκος θα τολμήσει να σηκώσει το ανάστημα του και να τον αντιμετωπίσει; Ακόμα και χαραχτήρες δυναμικοί, τις πρώτες μέρες κωλύονται, είναι διαλλακτικοί, θέλουν όσο γίνεται να τα έχουν καλά με όλους, όχι τόσο για λόγους σεβασμού, απλά είναι άπειροι και δεν είναι δυνατόν να ξέρουν εκ προοιμίου τις επιπτώσεις της κάθε πράξης τους, επομένως προσέχουν. Επομένως σιωπούν, σιωπούν ειδικά μπροστά σε όσους περπατούν και το κεφάλι τους κοιτάζει μπροστά στο κενό, ευθεία και ελαφρώς ανυψωμένα, με βαρυσημαντοσύνη, σταθερά και απαρέγκλιτα, με σπουδαιοφάνεια, αυτοί δεν χαραμίζουν ματιές δεξιά και αριστερά, δεν κοιτάζουν σαν χαμένοι το περιβάλλον τους, δεν κοιτάζουν κανέναν γιατί δεν χρειάζεται να κοιτάξουν κανέναν.
Αχ οι παλιοί!
Ψάρια έξω απ' τη γυάλα τους ένα χρόνο πριν, κολυμπάνε σε γνώριμα νερά φέτος. Γλύφτες και yes men τότε, αρχηγοί και πρωτεργάτες μόλις λίγη σκόνη του χρόνου καθίσει πάνω στις βάτες τους. Δεν θα διστάσουν και θα κοροϊδέψουν όποιον δείχνει λίγο πιο αφελής, λίγο πιο αδαής και λίγο πιο σπυριάρης. Και αν δεν κοροϊδέψουν εμφανώς την άξια αυτή λοιδωρίας νομοταξία φοιτητών, τότε θα το κάνουν με έμμεσες ματιές, αχ αυτές οι ματιές, σε σταυρώνουν, είχα λάβει ουκ ολίγες ως πρωτοετής, σου πυρώνουν την καρδιά. Σιγά μην τους δώσουν διάλειμμα (sic). Σιγά μην τους δώσουν ευκαιρία να εγκλιματισθούν. Σιγά μην τους πιάσουν απ' το χεράκι για να τους βοηθήσουν να προσαρμοστούν. "Δεν είμαστε πρόσκοποι εδώ πέρα. Κι εμείς μόνοι μας τα καταφέραμε άλλωστε". Ηλίθιε ξεχνάς γρήγορα, κι εσύ κάποιον να σου δώσει λίγη σημασία έψαχνες τότε, για μια ζεστή ματιά παρακάλαγες. Προσευχόσουν να μη μείνεις απαρατήρητος μέσα σ' όλη την οχλαγωγία, ήλπιζες να γίνεις κάποιος. Και συγχαρητήρια έγινες τελικά κάποιος. Ένας ανώνυμος και αδιάφορος παλιός, άκαρδος που μόνο καλά γνωρίζει να ρίχνει τοξικές ματιές και να λέει φλώρους τους πρωτοετείς, ένα υποκείμενο τεράστιων μειονοτικών συμπλεγμάτων, ένας κρίκος στην αέναη αλυσίδα της απροσαρμοστικότητας και των κακών κοινωνικών σχέσεων κάθε είδους μέσα στα πανεπιστήμια.









.jpg)


