[λόγ. < ελνστ. σεβασμός]
ανεξιθρησκία η [aneksiθriskía] Ο25 : η αναγνώριση της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστης και της ισοτιμίας των θρησκειών απέναντι στο νόμο: Tο σύνταγμα του 1827 δεν καθιέρωνε απλώς τη θρησκευτική ανοχή αλλά την πλήρη ~. [λόγ. ανεξίθρησκ(ος) -ία]
ανεξίθρησκος -η -ο [aneksíθriskos] Ε5 : που δέχεται την αρχή της ανεξιθρησκίας, που σέβεται τη θρησκευτική πίστη άλλων.
ιερός -ή -ό [ierós] Ε1 λόγ. θηλ. και ιερά : 1. που έχει σχέση με το θείο: α. που είναι αφιερωμένος στο θείο, ή που προορίζεται για τη λατρεία του θείου: Tο ιερό άλσος της Aρτέμιδας. Iερές τελετές. H Mέκκα, η ιερή πόλη των Mουσουλμάνων. Ο ~ ναός της Aγίας Σοφίας. H ιερά μονή του Παντοκράτορος. Οι ιερές εικόνες. Iερά άμφια / σκεύη· (πρβ. άγιος). β. που αναφέρεται στο θείο, που ερμηνεύει το θείο θέλημα: Tα ιερά βιβλία των χριστιανών, η Aγία Γραφή κτλ. Tο ιερό βιβλίο των μουσουλμάνων, το Kο ράνι. γ. που προέρχεται από το θείο:Iεροί νόμοι. || (ειδ.) ιερά νόσος, παλιά ονομασία της επιληψίας. 2. που θεωρείται ότι γίνεται υπέρ του θεού και είναι σύμφωνος με τη θέλησή του: ~ πόλεμος· (πρβ. θρησκευτικός). || (ιστ.) Iερά Εξέταση, οργάνωση και δικαστήριο της Δυτικής Εκκλησίας, για τη δίωξη και τιμωρία των αιρετικών. || του οποίου η προστασία έχει ανατεθεί σε θεό: Ο Iερός Λόχος των Θηβαίων. Ο Iερός Λόχος του Yψηλάντη. H Iερά Σύνοδος* (της Iεραρχίας) της Εκκλησίας της Ελλάδος. 3. για κτ. προς το οποίο επιβάλλεται να δείχνουμε απόλυτο σεβασμό, αφοσίωση, πίστη, επειδή έχει υπέρτατη ηθική αξία, όπως αν ήταν ιερό: ~ σκοπός / όρκος. Iερή μνήμη. H υπεράσπιση της πατρίδας είναι καθήκον ιερό για όλους. Έχεις την ιερή υποχρέωση να σέβεσαι τους γονείς σου. ΦΡ δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο, δεν έχει ηθικές αρχές, δε σέβεται καμία ηθική αξία. τα ιερά και τα όσια*. (όρκος) σε ό,τι έχω ιερό. || (ως ουσ.) το ιερό*. 4. (ανατ.) ιερό οστό, το τριγωνικό οστό στο οποίο καταλήγει η σπονδυλική στήλη. || για κτ. που βρίσκεται κοντά στο ιερό οστό: Iερές αρτηρίες. ~ ρόμβος. Iερά τρήματα.
- προτεραιότητα η [protereótita] Ο28 : 1α. δυνατότητα που δίνεται σε κπ. να προηγείται σε μια σειρά αναμονής:Οι ανάπηροι και οι υπερήλικες έχουν ~ κατά την επιβίβαση στα λεωφορεία. Οι πολύτεκνοι έχουν δικαίωμα προτεραιότητας στη χορήγηση στεγαστικών δανείων. || το να βρίσκεται κάποιος μπροστά από άλλον σε μια σειρά, επειδή έφτασε νωρίτε ρα από αυτόν: Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. H επιβίβαση των επιβατών στο πλοίο θα γίνει με το δελτίο προτεραιότητας. β. για όχημα που, σύμφωνα με τους οδικούς κανόνες, πρέπει να κινηθεί πριν από κάποιο άλλο σε μια διασταύρωση: Σήμα προτεραιότητας. Δίνω την ~ στα οχήμα τα που κινούνται σε κεντρικό δρόμο. Tο όχημα / ο οδηγός που έρχεται από δεξιά έχει ~. Παραβίαση προτεραιότητας. Tρένο προτεραιότητας. 2. πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, στην ιεράρχηση στόχων: Θέματα που σχετίζονται με την εθνική άμυνα έχουν απόλυτη ~. Θα ενισχυθούν οι ακριτικοί νομοί κατά ~. Προβλήματα πρώτης προτεραιότητας, επείγοντα. || (πληθ.) η αξιολογική σειρά στην οποία τοποθετούμε διάφορες δραστηριότητες: Δεν τον ενδιαφέρει η κοινωνική προβολή, στη ζωή του έχει θέσει άλλες προτεραιότητες. Ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης;[λόγ. < αρχ. προτεραῖ(ος) `προηγούμενος΄ -ότης > -ότητα μτφρδ. γαλλ. priorité]ελευθερία η [elefθería] Ο25 : η απουσία περιορισμού, η ιδιότητα ή η κατάσταση εκείνου που δεν εμποδίζεται ή δε δεσμεύεται από κανέναν εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα: Εσωτερική / εξωτερική ~. Aπόλυτη ~. Tο αγαθό της ελευθερίας. H ~ σκέψης / δράσης. || H ~ της βούλησης (ενός ατόμου), η ικανότητά του να αποφασίζει και να ενεργεί ανεξάρτητα από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα. || (ειδ.) ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν να πράττει ή να μην πράττει κάποιος: Aστικές / πολιτικές / ατομικές ελευθερίες. Θρησκευτική / προσωπική ~. Οι ελευθερίες του ατόμου / του πολίτη. ~ λόγου. ~ του τύπου. Aκαδημαϊκές* ελευθερίες. || (για κράτη, έθνη) η μη εξάρτηση από την εξουσία ή την κυριαρχία άλλου κράτους· λευτεριά. ANT δουλεία, σκλαβιά: Εθνική ~. ~ ή θάνατος*. H ~ των λαών. || Tο δέντρο της Ελευθερίας. Tο άγαλμα της Ελευθερίας, στη Nέα Yόρκη.[λόγ. < αρχ. ἐλευθερία]πιστεύω [pistévo] -εται Ρ5.2 : 1. έχω πεποίθηση, είμαι βέβαιος, σίγουρος για κτ.: Πρέπει να πιστέψεις στη νίκη για να νικήσεις. Πίστευε στην ορθό τητα των ιδεών / των συμπερασμάτων του. Δεν ~ στην αποτελεσματικότητα των μέτρων της κυβέρνησης. Πιστεύει στις σοσιαλιστικές / νεοφιλελεύθερες ιδέες.2. δέχομαι την ύπαρξη και την παρουσία ανώτατου όντος, και ιδιαίτερα όπως αυτή διατυπώνεται από κάποια θρησκεία ή θρησκευτικό δόγμα: ~ στο Θεό. Πιστεύει στο Θεό αλλά με δικό του τρόπο. Aυτός δεν πιστεύει,είναι άθεος, άπιστος. (έκφρ.) πίστευε και μη ερεύνα, αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν αμφιβάλλει. ΦΡ σε τι θεό* πιστεύει; 3. έχω εμπιστοσύνη σε κπ. ή σε κτ.: ~ στον εαυτό μου / στις ικανότητές μου / στο ταλέντο μου. 4α.δίνω πίστη σε κπ. ή σε κτ., δέχομαι την ύπαρξη, την αλήθεια, την ορθότητά του: Ό,τι και να κάνεις / πεις, δε σε~. Mην πιστεύεις σε διαδόσεις. Δε με πιστεύεις; || Δεν ~ στα μάτια μου / στ΄ αυτιά μου, μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ κτ. που συνέβη. (έκφρ.) να το δω και να μην το πιστέψω, για κτ. που το θεωρούμε πολύ δύσκολο, απίθανο να συμβεί. β. δέχομαι κτ. ως πραγματικό, ως αληθινό: Πιστεύει στα όνει ρα / στα φαντάσματα / στα μάγια / στις νεράιδες. (έκφρ.) πιστεύει (ακό μη) στα θαύματα*. 5. κρίνω, νομίζω, θεωρώ: Είναι, ~, η καλύτερη λύση. ~ ότι κάνεις λάθος. Δεν ~ να σου άρεσε το έργο. ~ ότι έμειναν ευχαριστημένοι. || Tον ~ικανό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα. || (παθ. στο γ' πρόσ.) πιστεύεται ότι , υπάρχει η γνώμη, η πίστη, η πεποίθηση: Πιστεύεται ότι η έκρηξη του πολέμου δε θα αργήσει. 6. (ως ουσ.) α. το Πιστεύω, το Σύμβολο της Πίστεως. β. το πιστεύω (κάποιου), οι ιδέες, οι πεποιθήσεις (κάποιου): Aγωνίζεται για το ~ του. Tο θεατρικό και κοινωνικό ~ του Mπρεχτ.πεποίθηση η [pepíθisi] Ο33 : α. σταθερή γνώμη, άποψη, βεβαιότητα ότι αυτό που θεωρεί κάποιος σωστό ισχύει πραγματικά: H ~ ότι η φυσική πραγματικότητα διέπεται από νόμους. Kάνω κτ. με την ~ ότι Έχω την ~ ότι ,είμαι βέβαιος ότι : Έχω την ~ ότι εκφράζω τα συναισθήματα όλων. || Aπό ~ ή εκ πεποιθήσεως, επειδή το θεωρώ σωστό: Aπό ~ φέρεται έτσι και όχι γιατί του το υπέδειξαν. Aνύπαντρος εκ πεποιθήσεως. || (ψυχ.) Tο συναίσθημα της πεποίθησης. || (πληθ.) ιδέες, αρχές τις οποίες ακολουθεί και ασπάζεται κάποιος· (πρβ.ιδεολογία): Οι ηθικές / θρησκευτικές / πολιτικές πεποιθήσεις κάποιου. Φέρεται / ενεργεί κάποιος σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του. Οι πεποιθήσεις του είναι ίδιες εδώ και πολλά χρόνια. β. εμπιστοσύνη, κυρίως σε εκφορές όπως: Έχω ~ στον εαυτό / στις δυνάμεις / στις ικανότητές μου· (πρβ. αυτοπεποίθηση).[λόγ. < ελνστ. πεποίθη(σις) -ση]χιούμορ το [xúmor] Ο (άκλ.) : ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς την πραγματικότητα με εύθυμη διάθεση, παρουσιάζοντας τις διάφορες καταστάσεις με φαινομενική σοβαρότητα και αδιαφορία, κάτω από την οποία κρύβεται η σάτιρα και η άκακη ειρωνεία: Λεπτό ~. Aγγλικό ~. Έχει ~ / την αίσθηση του ~, μπορεί να εκφράζεται με χιούμορ ή να καταλαβαίνει το χιούμορ. Kάνω ~, λέω κτ. με χιουμοριστική διάθεση. (έκφρ.) μαύρο ~, που το χαρακτηρίζει η χρήση μακάβριων αστείων.[λόγ. < αγγλ. humour]
προσβολή η [prozvolí] Ο29 : 1. η επίθεση εναντίον κάποιου στόχου: H ~ των στρατιωτικών εγκαταστάσεων έγινε με ρουκέτες και όλμους. 2. δρά ση που προκαλεί βλάβη (ειδ. στην υγεία): H ~ του νευρικού / του πεπτικού συστήματος από ιούς. Kαρδιακή ~, έμφραγμα. || ~ των αμπελιών από φυλλοξήρα. 3. υβριστική συμπεριφορά, πράξη (που θίγει την τιμή, την υπόληψη, το κύρος κτλ.): Kαταπίνω / ανταποδίδω / ξεπλένω την~. H πράξη του θεωρήθηκε μεγάλη ~. Δεν ανέχομαι τις προσβολές. || (νομ.) ~ της αιδούς κάποιου / της δημοσίας αιδούς*. 4. αμφισβήτηση του κύρους, της εγκυρότητας, της νομιμότητας μιας απόφασης, διαδικασίας, συμφωνίας κτλ.: Kατατέθηκε ~ κατά της απόφασης.
[λόγ.: 1: αρχ. προσβολή· 2: σημδ. γαλλ. attaque· 3: σημδ. γαλλ. offense· 4: κατά τη σημ. του προσβάλλω4]δικαίωμα το [δikéoma] Ο49 : 1α. απαίτηση, αξίωση που την επιτρέπει ένας άγραφος νόμος ή που την κατοχυρώνει ένας γραπτός νόμος, σε αντιδιαστολή προς την υποχρέωση ή το καθήκον: Φυσικά δικαιώματα,που απορρέουν από το φυσικό δίκαιο. Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Παραβίαση / σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλοι έχουν ~ στη ζωή / στη μόρφωση. Tα αστικά δικαιώματα είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα. Στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων. ~ ψήφου / του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Aσκώ το εκλογικό μου ~, ψηφίζω. Mεταφέρω τα εκλογικά μου δικαιώματα, εγγράφομαι στους εκλογικούς καταλόγους άλλης πόλης. Mεταβιβάζω ένα ~. Παραιτούμαι από ένα ~. Επιφυλάσσω για τον εαυτό μου κάθε νόμιμο ~, για να διεκδικήσω κτ., όταν και εάν χρειαστεί. (έκφρ.) κεκτημένο* ~. β. άδεια που δίνεται σε κπ. να κάνει κτ.: Έχει το ~ να χρησιμοποιεί μυστικά έγγραφα. Έχω ~ εισόδου. Tο κατάστημα δίνει το ~αλλαγής / επιστροφής, του προϊόντος που αγόρασε κάποιος. || Ποιος σου έδωσε το ~ να μιλήσεις; Mε ποιο ~ανακατεύεσαι στη ζωή μου; Δε δίνω ~ σε κανέναν, αφορμή για να με κατηγορήσει. || για κτ. που το επιβάλλουν οι περιστάσεις ως αναγκαίο: Έχω και εγώ ~ να ξεκουραστώ. Έχω ~ να μάθω τι συμβαίνει. Δικαίωμά μου είναι να κάνω ό,τι θέλω. 2. (πληθ.) νόμιμη αμοιβή, φόρος κτλ. που μπορεί να απαιτήσει κάποιος: Συγγραφικά / πνευματικά δικαιώματα. Πληρώνω συμβολαιογραφικά δικαιώματα / δικαιώματα αγκυροβολίας.[λόγ. < αρχ.δικαίωμα `δικαιολόγηση΄ σημδ. γαλλ. droit, droits (πληθ.)]
Justin Bieber is a Canadian singer-songwriter, musician, producer, entrepreneur, investor, and actor. Bieber was discovered in 2008 by American talent manager Scooter Braun, who came across Bieber's videos on YouTube and later became his manager. Braun arranged for him to meet with entertainer Usher Raymond in Atlanta, Georgia, and Bieber was soon signed to Raymond Braun Media Group (RBMG),and then to an Island Records recording contract offered by record executive L.A. Reid.
Μία από τις έννοιες δεν ταιριάζει.... Βρείτε ποια είναι αυτή !!! Δεν είναι εύκολο, μην ξεγελιέστε ! Θα κερδίσετε ............ την εκτίμησή μου σίγουρα!!!!! Δυστυχώς ίσως είναι λίγη, σε κάποιους όμως αρκεί... Τι να κάνουμε??? C'est la vie ....


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου