Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Σχολει-ασμοί...

Πετάχτηκε αλαφιασμένα απ' το κρεβάτι του. Το ξυπνητήρι χτυπούσε μάταια για 20 συνεχόμενα λεπτά, μα ήταν τόσο γλυκιά η πρωινή ραστώνη. Ήταν ξημερώματα κάποιας Δευτέρας, μιας νέας 'βδομάδας της πληκτικής ζωής του και είχε ήδη αργήσει πολύ για τη δουλεία. Πλύθηκε βιαστικά, φόρεσε τα πρώτα ρούχα που βρήκε στην ακατάστατη ντουλάπα του και κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα. Βγήκε στο δρόμο σχεδόν τρέχοντας και κατευθύνθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο που χρόνια τώρα πάρκαρε το αυτοκίνητό του. Μα δεν αντίκρισε τίποτα. Ήταν σίγουρος πως χθες, όπως κάθε μέρα δεν είχε αλλάξει τίποτα από τις μονότονες συνήθειες του. Προτού προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί και να καλέσει την αστυνομία, άκουσε την κόρνα ενός μεγάλου λεωφορείου, που ήταν σταματημένο παράνομα μερικά μέτρα παρακάτω. Ένα αντρικό χέρι του έγνεψε να πλησιάσει , και παιδικές φωνές ακούγονταν απ' την ανοιχτή πόρτα που έχασκε ορθάνοιχτη, σαν να τον περίμενε χρόνια. Αν και η λογική του τον προέτρεπε να βιαστεί για τη δουλειά του μιας και ο διευθυντής του τον είχε πρόσφατα ειδοποιήσει ότι θα ήταν ο επόμενος στη λίστα των αποχωρήσεων, αυτός πλησίασε στο λεωφορείο και στάθηκε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του . '' Πάλι αργοπορημένος? Την επόμενη φορά δεν θα σε περιμένουμε! Έχουμε πει τόσες φορές, να είσαι κάτω στις 7.30! '' . Ένιωσε τον πρωινό αέρα να χτυπάει το πρόσωπό του, μα δεν μπορούσε ακόμα να ξεχωρίσει αν βρίσκονταν ακόμη στον πρωινό λήθαργο. Ακολούθησε το ένστικτό του που είχε για χρόνια παραμελημένο, και μπήκε στο πούλμαν που ξεκίνησε βιαστικά αγκομαχώντας και κορνάροντας σε έναν ατζαμή οδηγό που δεν πρόσεξε πως έμπαινε ξανά στο ρεύμα της κυκλοφορίας.
Ήταν όλα ίδια, όλοι στις ίδιες καθημερινές θέσεις τους. Φώναζαν δυνατά, άκουγαν μουσική, μιλούσαν και κορόιδευαν τους περαστικούς έξω απ' τα παράθυρα. Ένα μικρό κορίτσι με ασυνήθιστα κόκκινο μαλλί , τον φώναξε να κάτσουν μαζί στα τελευταία καθίσματα. Θα την αναγνώριζε παντού, κι ας είχε χρόνια να τη δει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου